Περιγεννητική περίθαλψη και βία κατά των γυναικών


ένα ενδιαφέρον άρθρο για τη γέννα και την Καισαρική...


Τον Μάρτιο του 2013 δημοσιοποιήθηκαν στη Γενεύη οι καταληκτικές παρατηρήσεις της Επιτροπής του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών (ΟΗΕ) για την Εξάλειψη των Διακρίσεων κατά των Γυναικών (CEDAW) για την Ελλάδα. Σε αυτές συμπεριλαμβάνεται η ανησυχία για «το εξαιρετικά υψηλό ποσοστό των καισαρικών τομών που πραγματοποιούνται σε δημόσια (40%) και ιδιωτικά (έως 65%) νοσοκομεία χωρίς ιατρική αιτιολόγηση». Τα ελληνικά ποσοστά καισαρικών τομών είναι σήμερα τα υψηλότερα στον κόσμο, και βρίσκονται «πολύ πιο πάνω από το ποσοστό 15% που θεωρείται από την Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας ότι καλύπτει ιατρικές ανάγκες»....
Σύμφωνα με την Επιτροπή, αυτού του είδους η διαχείριση του τοκετού συνιστά διάκριση κατά των γυναικών η οποία πρέπει να εξαλειφθεί.

Η καθιέρωση του ιατρικά ελεγχόμενου τοκετού σε νοσοκομεία ή ιδιωτικές κλινικές είχε θεωρηθεί από τις γυναίκες και τις οικογένειες τους αλλά και την κοινωνία γενικότερα ως ένδειξη κοινωνικής και οικονομικής προόδου. Μόλις πρόσφατα άρχισε να αμφισβητείται η αναγκαιότητα καθολικής ιατρικοποίησης της γέννας, κυρίως λόγω των προβλημάτων που δημιουργούνται στις μητέρες και στα μωρά τους. Πολύ σπανιότερα αναφέρεται το γεγονός ότι ο τρόπος που γεννούν οι γυναίκες μπορεί να μην σέβεται τις ανάγκες και την προσωπικότητα τους· στην πραγματικότητα ίσως να συνιστά μία μορφή βίας.
Οι πολιτικές διαστάσεις αυτού του ζητήματος έχουν απασχολήσει το φεμινιστικό κίνημα και πολλούς κοινωνικούς επιστήμονες στις ΗΠΑ και στη Δυτική Ευρώπη ήδη από τη δεκαετία του ’70. Εντούτοις, στην Ελλάδα ο λόγος για τον τοκετό περιστρέφεται ακόμη και σήμερα σχεδόν αποκλειστικά γύρω από την ιατρική διαχείριση του ή το κόστος του. Ο ρόλος των μητέρων στις διαδικασίες της γέννας, οι δυνατότητες για ανάληψη πρωτοβουλίας, και οι επιπτώσεις του τοκετού στον τρόπο που οι γυναίκες βιώνουν τη μετάβαση στη μητρότητα είναι ζητήματα που δεν συζητούνται συχνά, ή που αντιμετωπίζονται με επιφυλακτικότητα – στη χώρα μας τουλάχιστον.

Όμως το 2013 έρχεται ένας διεθνής φορέας όπως είναι ο ΟΗΕ, να πάρει θέση πάνω στην αντιμετώπιση του τοκετού στην Ελλάδα. Η Επιτροπή του λοιπόν αναφέρει πως τα υψηλά ποσοστά καισαρικών που παρατηρούνται εδώ δεν δικαιολογούνται από κάποια ιατρική αναγκαιότητα, και ως εκ τούτου συνιστούν «διάκριση κατά των γυναικών». Είναι, με άλλα λόγια, μία μορφή βίας. Αυτή η, διαπίστωση θα έπρεπε να μας είχε απασχολήσει όλες και όλους, ειδικά στα πλαίσια ενός λόγου αμφισβήτησης της καθεστηκυίας τάξης και της ανάγκης ανατροπής της.

Γιατί βία κατά των γυναικών δεν είναι μόνο η σεξουαλική κακοποίηση, η οικογενειακή καταπίεση, οι διακρίσεις στην αγορά εργασίας, η εκμετάλλευση στο σπίτι και στη δουλειά… Είναι και η καταπάτηση των δικαιωμάτων των γυναικών στις διαδικασίες της αναπαραγωγής και της φροντίδας της. Ειδικότερα η καισαρική τομή αποτελεί μια επεμβατική πρακτική που εμπεριέχει βία, τόσο σωματική όσο και ψυχική. Η γυναίκα υφίσταται ενός είδους ακρωτηριασμό των γεννητικών της οργάνων, ο πόνος είναι μεγαλύτερος από έναν τοκετό χωρίς παρεμβάσεις, μετά τη γέννα έχει να αναρρώσει από μια σοβαρή εγχείρηση ενώ ταυτόχρονα πρέπει να φροντίσει το νέο της μωρό, ο θηλασμός καθυστερεί και είναι δυσκολότερος, η παραμονή στο μαιευτήριο διαρκεί περισσότερο, και το κόστος είναι μεγαλύτερο. Ειδικοί στον τοκετό, όπως η μαία Ελευθερία Δημοπούλου του Συλλόγου Ευτοκία, πιστεύουν ότι έτσι «της κλέβουμε τη δύναμη της γυναίκας!», ενώ σε πλήθος κοινωνικών μελετών έχει διαπιστωθεί ότι η αντιμετώπιση των γυναικών στις μαιευτικές διαδικασίες είναι συχνά απαξιωτική και προσβλητική. Επιπλέον, έρευνες και δημοσιεύσεις έχουν τονίσει ότι η καισαρική έχει και μακροπρόθεσμα αρνητικές επιπτώσεις στην υγεία της μητέρας και του παιδιού, όπως δυσκολία σύλληψης άλλου παιδιού ή αύξηση της συχνότητας του παιδικού άσθματος.

Παράλληλα τα τελευταία χρόνια αναφέρεται ότι η μεγάλη συχνότητα της καισαρικής έχει και πολιτισμικές επιπτώσεις, οι οποίες αφορούν τον τρόπο που η νέα μητέρα βλέπει τον εαυτό της, το πώς θα αντιληφθεί τη ζωή ένα παιδί αργότερα, αλλά και τις αξίες της κοινωνίας γενικότερα.

Για περισσότερες από τις μισές μητέρες στην Ελλάδα η χαρά του ερχομού του παιδιού τους στον κόσμο σκιάζεται από τον πόνο και την ταλαιπωρία μιας σοβαρής εγχείρησης. Η καισαρική συνιστά μια βίαιη και απότομη μετάβαση στη μητρότητα, και το σοκ που υφίσταται η γυναίκα μπορεί να αποβεί αρνητικό ως προς την πιθανή απόκτηση και άλλου παιδιού. Επιπλέον, η χειρουργική εξαγωγή του μωρού της τής στερεί την ικανοποίηση ότι έφερε η ίδια στον κόσμο μια ζωή και την αίσθηση της δύναμης και της αυτοπεποίθησης που είναι απαραίτητες για να μεγαλώσει το παιδί της. Αυτή η αποδυνάμωση της γυναίκας συμβάλλει στην αποδοχή της καισαρικής τομής, ενώ παράλληλα την κάνει να θεωρεί ότι είναι η ίδια υπεύθυνη για την ταλαιπωρία που υπέστη. Υιοθετεί και ενσωματώνει δηλαδή την απαξίωση της, σε μια διαδικασία παλιά όσο και η πατριαρχία (όπως το θύμα του βιασμού που νιώθει ότι φταίει η ίδια), και μπορεί να θεωρηθεί ως μία άλλη όψη της βίας εναντίον της.

Ταυτόχρονα, και ήδη από τις αρχές του προηγούμενου αιώνα, ορισμένοι μελετητές (Arnold van Gennep, Grantly Dick-Read, Frederic Leboyer) διατύπωσαν την άποψη ότι ο τρόπος που ερχόμαστε στον κόσμο παίζει καθοριστικό ρόλο στον τρόπο που θα ζήσουμε. Η βία στην αρχή της ζωής αποτελεί ένα πρότυπο για τη βία στην ίδια τη ζωή, και είναι χαρακτηριστική ομάδων και κοινωνιών που βασίζονται σε αυτήn για την κυριαρχία τους πάνω σε άλλους κοινωνικούς σχηματισμούς (Ριάν Άισλερ, Joseph Pearce, Michel Odent).

Βέβαια, παρά αυτά τα γνωστά και αποδεδειγμένα μειονεκτήματα της καισαρικής τομής, είναι καθολικά αποδεκτό ότι η καισαρική είναι μια επέμβαση που σώζει ζωές μητέρων και μωρών. Ειδικά για την Ελλάδα, λέγεται ότι επιβάλλεται συχνά λόγω της προχωρημένης ηλικίας των Ελληνίδων μητέρων. Όμως ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας είναι σαφής ως προς αυτό το θέμα: αναφέρει ότι ενίοτε η επέμβαση είναι όντως απαραίτητη, αλλά σε καμία χώρα και υπό οποιεσδήποτε συνθήκες δεν δικαιολογείται ποσοστό καισαρικών μεγαλύτερο του 10-15%. Το προφανές συμπέρασμα είναι ότι μεγάλος αριθμός χειρουργικών τοκετών στην Ελλάδα γίνεται χωρίς επαρκή ιατρική αιτιολόγηση. Εξαιτίας αυτού του γεγονότος, η Επιτροπή του ΟΗΕ είχε προτρέψει την Ελλάδα «να μειώσει το ποσοστό των καισαρικών τομών που γίνονται χωρίς ιατρική ανάγκη εκπαιδεύοντας ή μετεκπαιδεύοντας το ιατρικό προσωπικό για φυσιολογικό τοκετό και να εισαγάγει αυστηρούς ελέγχους των ιατρικών ενδείξεων για καισαρική τομή, προκειμένου να επιτευχθούν τα ποσοστά που αναγνωρίζει ο ΠΟΥ».

Όμως, τι έχει γίνει μέχρι σήμερα, πάνω από ενάμιση χρόνο αργότερα; Απ’ όσο είμαστε σε θέση να γνωρίζουμε, δεν έχουν ληφθεί τα αναγκαία μέτρα για αλλαγές στις συνθήκες και στις πρακτικές γύρω από τη γέννα. Αντίθετα, σε κρατικό και θεσμικό επίπεδο οι αλλαγές είναι μάλλον προς την ένταση της επεμβατικότητας στη μαιευτική. Αυτή η εξέλιξη δεν ανακόπηκε από τις συνθήκες της οικονομικής κρίσης και τη δυσκολία τόσο του Συστήματος Υγείας όσο και των γονέων να ανταποκριθούν στα αυξημένα έξοδα μιας γέννας με χειρουργική επέμβαση. Φαίνεται ότι η καισαρική τομή ως ασφαλής μέθοδος τοκετού εξακολουθεί να είναι καθολικά αποδεκτή.

Ή μήπως όχι;

Οι επίσημοι φορείς για την περιγεννητική υγεία, το Υπουργείο, τα νοσοκομεία, οι σύλλογοι των μαιευτήρων και των μαιών δεν έχουν εκφράσει κάποιου είδους επιφύλαξη για τον επεμβατικό τρόπο διαχείρισης του τοκετού. Έχουν όμως εμφανιστεί πρωτοβουλίες από μητέρες και μαίες για μια πιο ήπια φροντίδα της γέννας, που θα βασίζεται στις εγγενείς δυνάμεις της μητέρας και του μωρού. Μητέρες στην Αθήνα, στη Θεσσαλονίκη, ακόμη και στον Βόλο, συζητούν, ανταλλάσουν εμπειρίες και απόψεις, ψάχνουν γιατρούς και μαίες που θα τις υποστηρίξουν στην προσπάθεια τους να γεννήσουν με φυσικό τρόπο, χωρίς τις συνηθισμένες παρεμβάσεις. Σε πολλές περιπτώσεις επιδιώκουν να γεννήσουν φυσιολογικά μετά από μια γέννα με καισαρική. Σε αυτή τους την προσπάθεια δεν είναι μόνες. Βασίζονται στη συσσωρευμένη γνώση και εμπειρία γυναικών που διεκδίκησαν το δικαίωμα στη γέννα στις ΗΠΑ και στην Ευρώπη, αλλά και σε ομάδες και συλλόγους που δραστηριοποιούνται στην Ελλάδα τα τελευταία χρόνια (BirthChoices, BirthVoice, Ευτοκία). Η αμφισβήτηση της ιατρικοποίησης του τοκετού και τγης βίας που αυτή εμπεριέχει δεν προέρχεται τόσο από τον ιατρικό κλάδο (αν και συχνά συμβαίνει και αυτό), όσο από τις καταναλώτριες των μαιευτικών υπηρεσιών, από αυτές τις οποίες το θέμα αφορά άμεσα: τις γυναίκες που γεννούν. Όπως και σε τόσες άλλες ιστορικές περιόδους και περιστάσεις, φαίνεται ότι θα είναι οι ίδιες οι γυναίκες που θα αντισταθούν στη βία και θα προτείνουν νέες μεθόδους για τη γέννα και τη φροντίδα της, διαφορετικούς τρόπους που θα σέβονται περισσότερο τις ανάγκες τους και τις ανάγκες των παιδιών τους. Σε αυτή τη διαδικασία διεκδίκησης του αυτοκαθορισμού και της αυτονομίας στη γέννα, μοιάζει να συγκροτούνται νέα πρότυπα για την αναπαραγωγή αλλά και για τη συμβίωση των μελών της κοινωνίας γενικότερα, πιο ειρηνικά και οικολογικά, που βασίζονται στο σεβασμό και στην ισότητα – με άλλα λόγια, σε βασικές αξίες του φεμινιστικού κινήματος.

Μυρτώ Χρονάκη, αρχιτέκτων, διδάκτωρ ΑΠΘ με αντικείμενο τους χώρους του τοκετού, Σύμβουλος του Συνδέσμου Θηλασμού Ελλάδος

πηγή: vforvolos.gr via tomov.gr

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις