Κουράστηκα να μη με πιστεύουν


Όταν ήμουν 21, πήγα στο γραφείο ενός παραγωγού της τηλεοπτικής σειράς που πρωταγωνιστούσα για να συζητήσω ένα μεγάλο πρόβλημα. Σε εκείνη τη φάση ήμουν ήδη ηθοποιός για πάνω από μια δεκαετία, και η σειρά ήταν πολύ πετυχημένη και αγαπημένη. Παρόλα αυτά, ήμουν νευρική για το ότι έπρεπε να αντιμετωπίσω τo εκτελεστικό απόσπασμα των βραβείων Έμμυ που ήταν τοποθετημένα πίσω του και να πω αυτά που είχα να πω.

Ένα μέλος του τηλεοπτικού συνεργείου συνέχεια εμφανιζόταν στο σπίτι μου μετά τη δουλειά χωρίς προειδοποίηση, έμπαινε στο τρέιλερ μου όταν δεν ήμουν εκεί, και με κοιτούσε έντονα όταν ήμουν στο σετ. Στην αρχή τον συμπαθούσα. Ήταν πολύ γλυκός και καλός στην αρχή. Φλερτάραμε λιγάκι στο σετ. Αλλά ήμουν σε σχέση. Και το να σου αρέσει κάποια σίγουρα δεν δικαιολογεί τη συμπεριφορά που παρουσίαζε εκείνος και που με έκανε να νιώθω μη ασφαλής.

Τα χέρια μου ήταν παγωμένα και έσφιγγα την φούστα του κοστουμιού μου ενώ μιλούσα. Το ένιωθα σαν ένα κόμπο στο λαιμό μου – την ντροπή μου για το ότι η κατάσταση είχε φτάσει σε αυτό το σημείο. Ο παραγωγός με άκουσε. Και μετά είπε, «ναι, αλλά υπάρχουν δύο πλευρές σε κάθε ιστορία».

Για τις γυναίκες που βγαίνουν να πουν ιστορίες παρενόχλησης, κακοποίησης, και σεξουαλικής επίθεσης, δεν υπάρχουν δύο πλευρές στην κάθε ιστορία, όσο ευγενής και αν φαίνεται αυτή η αξία. Οι γυναίκες δεν έχουν το δικαίωμα να έχουν την πλευρά τους στην ιστορία. Αυτό που δέχονται είναι ανάκριση. Πολύ συχνά, δέχονται αμείλικτη αμφισβήτηση για το αν η πλευρά τους είναι έγκυρη. Ειδικά αν αυτή η πλευρά τυγχάνει να κατηγορεί έναν άντρα με υπόληψη, τότε η γυναίκα πρέπει να λάβει υπόψιν της τον εξονυχιστικό έλεγχο και τις συνέπειες στις οποίες θα υποβληθεί αν μοιραστεί την πλευρά της.

Κάθε μέρα, γυναίκες σε όλη τη χώρα αναλογίζονται τον κίνδυνο. Αυτή είναι η δουλειά μας σε πρωινή και βραδινή βάρδια. Έχουμε πτυχίο στον αναλογισμό του κινδύνου. Αναλογίσου αυτή τη φούστα. Αναλογίσου αυτό το σκοτεινό δρομάκι. Αναλογίσου να μιλήσεις στο αφεντικό σου. Αναλογίσου τι θα σκεφτεί για σένα η κόρη σου. Αναλογίσου τι θα σκεφτεί η μητέρα σου για το τι θα σκεφτεί η κόρη σου για σένα. Αναλογίσου για το πώς θα στρεβλωθεί και θα χρησιμοποιηθεί εναντίον σου σε ένα δικαστήριο. Αναλογίσου αν, μήπως, ίσως, όντως τα ζητούσες. Αναλογίσου το βάρος σου. Αναλογίσου να κάνεις δίαιτα. Αναλογίσου να είσαι αγέραστη. Αναλογίσου τη σιωπή.

Δεν είναι να απορείς που το ομοσπονδιακό Γραφείο Στατιστικών Δικαιοσύνης δήλωσε ότι, από το 2006 μέχρι το 2016, το 65% των σεξουαλικών επιθέσεων δεν καταγγέλθηκαν. Ποιο είναι το νόημα, αν έτσι κι αλλιώς δεν θα σε πιστέψουν;

Χρησιμοποιώ το Τουίτερ για να παρακολουθήσω τα νέα, να αναστενάξω με ζήλια όταν βλέπω ποστ της Beyoncé που φαίνεται το πανέμορφο δέρμα της, και να προωθήσω εκδηλώσεις που κάνω. Καμιά φορά, κάποιο σχόλιο θα είναι τόσο μισογύνικο που δε θα μπορώ να μην πω κάτι.

Αυτό συνέβη και την περασμένη βδομάδα όταν μια συζήτηση για την επερχόμενη ταινία του φίλου μου Άρμι Χάμερ – στην οποία ένας 24χρονος άντρας και ένας 17χρονος επισυνάπτουν σχέση – κλιμακώθηκε, όπως τείνει να συμβαίνει καμιά φορά στο Τουίτερ, σε έναν διάλογο με τον ηθοποιό Τζέημς Γουντς σχετικά με το τι είναι αρμόζουσα συμπεριφορά όταν ένας ενήλικας έχει σχέση με κάποιο ανήλικο άτομο. Ο κος. Γουντς μίλησε επικριτικά, και κάπως μειωτικά, για την ιστορία που βλέπουμε στην ταινία. Είναι γνωστό ότι ο κος. Γουντς βγαίνει με πολύ νεότερές του γυναίκες, έτσι ο Άρμι επισήμανε την υποκρισία του.

Εκείνη τη στιγμή μου ήρθε μια ανάμνηση από όταν ήμουν 16. Ο κος. Γουντς φλέρταρε και προσπάθησε να πείσει εμένα και μια φίλη μου να πάμε μαζί του όταν ήμασταν στο μαγαζί Mel’s Diner στο Χόλυγουντ, να μας πάρει στο Λας Βέγκας μαζί του το ίδιο βράδυ. Τον ενημέρωσα για την ηλικία μου, στο οποίο απάντησε, «Ακόμα καλύτερα». Είπα αυτήν την ιστορία δημόσια για να υποστηρίξω τον ισχυρισμό ότι ο κος. Γουντς είναι, πράγματι, υποκριτής. Ο κος. Γουντς είπε ότι η ιστορία μου ήταν ψέμα.

Τι θα κέρδιζα με το να κατηγορήσω ψευδώς αυτό το άτομο για αυτήν την πράξη, σχεδόν 20 χρόνια μετά το γεγονός; Φήμη, δύναμη ή σεβασμό; Είμαι πολύ ικανοποιημένη με το μερίδιό μου και από τα τρία. Και πάλι όμως, γιατί να διαλέξω τον τύπο από το “Scary Movie 2” για να αυξήσω την υπόληψή μου όταν είμαι ήδη παντρεμένη με τον άλλο τύπο από το “Scary Movie 2”;

Το συναισθηματικό κόστος και μόνο του να ανασύρω τέτοιες αναμνήσεις δημόσια ή να βγαίνω και να μιλάω για τέτοιες μνήμες είναι αιτία συναισθηματικής πτώχευσης. Είναι πνευματική κατάσχεση.

Η κατηγορία του κου. Γουντς ότι λέω ψέματα μου θύμισε εκείνη τη μέρα στο γραφείο εκείνου του παραγωγού, και όλες τις μέρες που έχω περάσει στα γραφεία αντρών: να νιώθω αβέβαιη, αμήχανη, αμφισβητημένη, και ότι δεν με πιστεύουν, όποια και να ήταν η συζήτηση.

Είμαι μέλος σε ένα ομαδικό τσατ με μερικές απίστευτες γυναίκες – κωμικούς, συγγραφείς και ηθοποιούς – που φτιάξαμε μετά τις τελευταίες εκλογές τον περασμένο χρόνο. Χρειαζόμασταν ένα μέρος να ξεσπάσουμε, να κλάψουμε, να ονειρευτούμε ένα κοινόβιο με την Χίλαρι Κλίντον και να φανταζόμαστε τον Τομ Χάρντι σαν ένα ονειρικό άλογο που μπορούμε να ιππεύσουμε προς το ηλιοβασίλεμα. Χρειαζόμασταν ένα χώρο για να δίνουμε η μία στην άλλη υποστηρικτικές, δυνατές συμβουλές.

Μία από τις γυναίκες στην ομάδα μίλησε για το φόβο της να ζητήσει την ευκαιρία να σκηνοθετήσει. Είπε ότι της πήρε μέρες να βρει ακριβώς πως θα ζητούσε την άδεια. Ακόμα και όταν πήρε τη δουλειά, ήταν γεμάτη άγχος ότι ίσως δεν ήταν αρκετά ικανή.

Η δυσπιστία δεν έχει να κάνει μόνο με τους άντρες που δεν μας πιστεύουν. Έχει να κάνει και με τη δική μας έλλειψη εμπιστοσύνης στις εαυτές μας.
Για χρόνια, φοβόμουν να μιλήσω ή να ζητήσω πράγματα από άντρες με εξουσία. Αυτά που έχω ζήσει ως ηθοποιός σε μια δουλειά που η δουλειά της είναι να αντικειμενοποιεί τις γυναίκες είναι τρομακτικά. Είναι η βαθιά πλευρά μιας πισίνας στην οποία δεν μπορώ να κολυμπήσω. Είναι ένας διάσημος άντρας να σε λέει ψεύτρα για αυτά που θυμάσαι. Για αυτά που σίγουρα δε θυμάσαι καλά, εκτός και αν έχεις αποδείξεις.

Όμως οι γυναίκες που ξέρω, συμπεριλαμβανομένης της εαυτής μου, κουραστήκαμε, μπουχτίσαμε να παίζουμε το παιχνίδι των διαπιστευτηρίων. Μαθαίνουμε ότι όσο πιο πολύ ανοίγουμε το στόμα μας, τόσο σιγά σιγά γινόμαστε χορωδία. Και όσο πιο πολύ γινόμαστε χορωδία, τόσο η μελωδία θα αναγκαστεί να αλλάξει.

Το κείμενο γράφτηκε από την Amber Tamblyn (@ambertamblyn), ηθοποιό, συγγραφέα και σκηνοθέτη, για τους New York Times. Μπορείτε να δείτε το πρωτότυπο κείμενο εδώ.

Αλίευση από kamenasoutien.com20/09/2017

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

«Μην προσπερνάς -Don’t Skip» από την Διοτίμα

Δ.Τ. Δράση ενημέρωσης στο πλαίσιο της Θεματικής Εβδομάδας στο Ενιαίο Ειδικό Επαγγελματικό Γυμνάσιο - Λύκειο Φλώρινας

Δράση ενημέρωσης και ευαισθητοποίησης για την Έμφυλη Βία στο Σχολείο Δεύτερης Ευκαιρίας